Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προχθές

επίρρημα
•
  1. η μέρα που ήταν πριν από χθες, δύο ημέρες πριν από σήμερα Βικιλεξικό
    • Δύναμαι νά σᾶς διαβεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι ἕως προχθές, πρίν ἤ γείνη ἡ Σχολή τοῦ Μηχανικοῦ, οὐδείς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἀκόμη τοῦ Μηχανικοῦ ἦτο εἰς θέσιν νά ἀναφλέξη μίαν κροτίδα δυναμίτιδος. Πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν νά ἀρνηθῆτε τήν χρησιμότητα τοῦ Σχολείου τοῦ Μηχανικοῦ; (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της βουλής, 1909, Αθήνα, Δημόσιο Τυπογραφείο, σελ. 88)

Ετυμολογία

προχθές < ελληνιστική κοινή προχθές < πρό + αρχαία ελληνική χθές / ἐχθές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →