προχοΐδα
•
- χημείαγυάλινος ογκομετρικός σωλήνας χημικού εργαστηρίου, στο κάτω άκρο του οποίου φέρεται στρόφιγγα. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προχοΐδα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προχοΐς από την αιτιατική «τήν προχοΐδα», υποκοριστικό του πρόχους (αγγείο με στόμιο) < προ- + -χοος (χοῦς < χέω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προχοΐδα | προχοΐδες |
| Γενική | προχοΐδας | προχοϊδών |
| Αιτιατική | προχοΐδα | προχοΐδες |
| Κλητική | προχοΐδα | προχοΐδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →