προχρηματοδότηση
•
- μερική χρηματοδότηση, πριν την τελική καταβολή του ποσού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προχρηματοδότηση < προ- + χρηματοδότηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προχρηματοδότηση | προχρηματοδοτήσεις |
| Γενική | προχρηματοδότησης | προχρηματοδοτήσεων |
| Αιτιατική | προχρηματοδότηση | προχρηματοδοτήσεις |
| Κλητική | προχρηματοδότηση | προχρηματοδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →