προχτεσινός
•
- λαϊκότροποπου έγινε, πραγματοποιήθηκε ή φτιάχτηκε προχτές Βικιλεξικό
- προχτεσινός αγώνας, προχτεσινό ψωμί
Ετυμολογία
προχτεσινός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προχτεσινός | προχτεσινή | προχτεσινό |
| Γενική | προχτεσινού | προχτεσινής | προχτεσινού |
| Αιτιατική | προχτεσινό | προχτεσινή | προχτεσινό |
| Κλητική | προχτεσινέ | προχτεσινή | προχτεσινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προχτεσινοί | προχτεσινές | προχτεσινά |
| Γενική | προχτεσινών | προχτεσινών | προχτεσινών |
| Αιτιατική | προχτεσινούς | προχτεσινές | προχτεσινά |
| Κλητική | προχτεσινοί | προχτεσινές | προχτεσινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →