προχωρημένος
•
- που έχει προχωρήσει στην εκμάθηση μιας τέχνης, μιας γλώσσας, ενός πεδίου μελέτης· που έχει φτάσει σε ένα ικανοποιητικό σημείο γνώσης, έχει όμως περιθώρια να εξελιχθεί περισσότερο Βικιλεξικό
- Είναι αρκετά προχωρημένος στα γαλλικά, αλλά στα γερμανικά είναι ακόμα αρχάριος.
- το αντικείμενο στου οποίου τη γνώση κάποιος έχει προοδεύσει Βικιλεξικό
- Τα αγγλικά του είναι αρκετά προχωρημένα.
- και ουσιαστικοποιημένο:
- που δεν είναι πια στα αρχικά του στάδια Βικιλεξικό
- προχωρημένη άνοιξη, προχωρημένη σήψη
- για χρόνο, στην έκφραση:
Ετυμολογία
προχωρημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος προχωράω / προχωρώ
Άλλοι τύποι
προχωρημέναπροχωρημένεπροχωρημένεςπροχωρημένηπροχωρημένηςπροχωρημένοπροχωρημένοιπροχωρημένοςπροχωρημένουπροχωρημένουςπροχωρημένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →