Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προψεσινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποο προχθεσινός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προψεσινός < προψές + -ινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροψεσινόςπροψεσινήπροψεσινό
Γενικήπροψεσινούπροψεσινήςπροψεσινού
Αιτιατικήπροψεσινόπροψεσινήπροψεσινό
Κλητικήπροψεσινέπροψεσινήπροψεσινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροψεσινοίπροψεσινέςπροψεσινά
Γενικήπροψεσινώνπροψεσινώνπροψεσινών
Αιτιατικήπροψεσινούςπροψεσινέςπροψεσινά
Κλητικήπροψεσινοίπροψεσινέςπροψεσινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →