προωθητής
•
- μηχάνημα, μηχανισμός ή πρόσωπο που προωθεί κάτι Βικιλεξικό
- προωθητής γαιών (κοινώς μπουλντόζα)
- κατ' επέκτασηαυτός που προωθεί κάτι με δόλιο τρόπο Βικιλεξικό
- Το Υπουργείο Παιδείας προωθητής ιδιωτικών υπηρεσιών; (εφημ. Η Αυγή, 20 Απρ. 2010)
Ετυμολογία
προωθητής < προωθώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προωθητής | προωθητές |
| Γενική | προωθητή | προωθητών |
| Αιτιατική | προωθητή | προωθητές |
| Κλητική | προωθητή | προωθητές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →