προωθώ
•
- σπρώχνω προς τα εμπρός Βικιλεξικό
- προμοτάρω, βοηθώ κάτι να βγει στην αγορά, «σπρώχνω» κάτι στην αγορά Βικιλεξικό
- Η βρετανική προπαγάνδα προώθησε αφειδώς τα έντυπα των φιλομοναρχικών, διαθέτοντας το μεγαλύτερο μέρος των προμηθειών του δημοσιογραφικού χαρτιού για την ευόδωση της εξωτερικής της πολιτικής στα Βαλκάνια (Δημήτρης Σαπρανίδης, Ιστορία της ελληνικής γελοιογραφίας: 3000 χρόνια αμφισβήτησης, εκδ. Ποταμός, 2001, σελ. 490)
Ετυμολογία
προωθώ < προ + ωθώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προωθώ | προωθείς | προωθεί | προωθούμε | προωθείτε | προωθούν / προωθούνε |
| Παρατατικός | προωθούσα | προωθούσες | προωθούσε | προωθούσαμε | προωθούσατε | προωθούσαν / προωθούσανε |
| Αόριστος | προώθησα | προώθησες | προώθησε | προωθήσαμε | προωθήσατε | προωθήσαν / προωθήσανε / προώθησαν |
| Μέλλοντας | θα προωθήσω / θα προωθώ | θα προωθήσεις / θα προωθείς | θα προωθήσει / θα προωθεί | θα προωθήσουμε / θα προωθούμε | θα προωθήσετε / θα προωθείτε | θα προωθήσουν / θα προωθήσουνε / θα προωθούν / θα προωθούνε |
| Παρακείμενος | έχω προωθήσει | έχεις προωθήσει | έχει προωθήσει | έχουμε προωθήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προωθήσει | είχες προωθήσει | είχε προωθήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προωθήσει / να προωθήσω / να προωθώ | να έχεις προωθήσει / να προωθήσεις / να προωθείς | να έχει προωθήσει / να προωθήσει / να προωθεί | να έχουμε προωθήσει / να προωθήσουμε / να προωθούμε | να προωθήσετε / να προωθείτε | να προωθήσουν / να προωθήσουνε / να προωθούν / να προωθούνε |
| Προστακτική | — | προώθει / προώθησε | — | — | προωθήστε / προωθείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προωθήθηκαπροωθούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →