προωρότητα
•
- η ιδιότητα του πρόωρου Βικιλεξικό
- ιατρικήη πρόωρη γέννα Βικιλεξικό
- Μάλιστα, κατά τους ειδικούς, τα ποσοστά προωρότητας αυξάνονται σε όλες τις χώρες, τόσο τις αναπτυσσόμενες όσο και τις ανεπτυγμένες.
Ετυμολογία
προωρότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προωρότης. Μορφολογικά αναλύεται σε πρόωρ(ος) + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προωρότητα | προωρότητες |
| Γενική | προωρότητας | προωροτήτων |
| Αιτιατική | προωρότητα | προωρότητες |
| Κλητική | προωρότητα | προωρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →