προωστήρας
•
- τεχνολογίαόργανο ή συσκευή που συμβάλλει στην πρόωση, στην κίνηση δηλαδή ενός οχήματος (κυρίως αεροπλάνου ή πλοίου) προς τα εμπρός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προωστήρας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προωστήρ < αρχαία ελληνική πρόωσ(ις) + -τήρ > -τήρας < αρχαία ελληνική προωθέω / προωθῶ < προ- ὠθέω / ὠθῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική propulseur)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προωστήρας | προωστήρες |
| Γενική | προωστήρα | προωστήρων |
| Αιτιατική | προωστήρα | προωστήρες |
| Κλητική | προωστήρα | προωστήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →