προϊστάμενος
•
- ο ανώτερος υπάλληλος, ο επικεφαλής μιας υπηρεσίας ή τμήματος, αυτός που κατευθύνει το έργο και ελέγχει τους άλλους υπαλλήλους, τους υφισταμένους του Βικιλεξικό
- Οι προϊστάμενοι των Τμημάτων διευθύνουν, εποπτεύουν, ελέγχουν και συντονίζουν τις εργασίες του Τμήματος τους και παρέχουν τις αναγκαίες προς τούτο εντολές και οδηγίες στο προσωπικό (Εθνικός Μηχανισμός Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Αναδιάρθρωση της ΓΓΠΠ, Αναβάθμιση Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, Αναδιοργάνωση του Πυροσβεστικού Σώματος και άλλες διατάξεις, Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, Δικτυακός Τόπος Διαβουλεύσεων, https://www.opengov.gr/yptp/?p=2511)
Ετυμολογία
προϊστάμενος < μετοχή ενεστώτα του ρήματος προΐσταμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προϊστάμενος | προϊστάμενοι |
| Γενική | προϊστάμενου / προϊσταμένου | προϊστάμενων / προϊσταμένων |
| Αιτιατική | προϊστάμενο | προϊστάμενους / προϊσταμένους |
| Κλητική | προϊστάμενε | προϊστάμενοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →