Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προϋπηρεσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προϋπηρεσία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προϋπηρεσιακός < προϋπηρεσία + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροϋπηρεσιακόςπροϋπηρεσιακήπροϋπηρεσιακό
Γενικήπροϋπηρεσιακούπροϋπηρεσιακήςπροϋπηρεσιακού
Αιτιατικήπροϋπηρεσιακόπροϋπηρεσιακήπροϋπηρεσιακό
Κλητικήπροϋπηρεσιακέπροϋπηρεσιακήπροϋπηρεσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροϋπηρεσιακοίπροϋπηρεσιακέςπροϋπηρεσιακά
Γενικήπροϋπηρεσιακώνπροϋπηρεσιακώνπροϋπηρεσιακών
Αιτιατικήπροϋπηρεσιακούςπροϋπηρεσιακέςπροϋπηρεσιακά
Κλητικήπροϋπηρεσιακοίπροϋπηρεσιακέςπροϋπηρεσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →