προϋπηρεσιακός
•
- που έχει σχέση με προϋπηρεσία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προϋπηρεσιακός < προϋπηρεσία + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προϋπηρεσιακός | προϋπηρεσιακή | προϋπηρεσιακό |
| Γενική | προϋπηρεσιακού | προϋπηρεσιακής | προϋπηρεσιακού |
| Αιτιατική | προϋπηρεσιακό | προϋπηρεσιακή | προϋπηρεσιακό |
| Κλητική | προϋπηρεσιακέ | προϋπηρεσιακή | προϋπηρεσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προϋπηρεσιακοί | προϋπηρεσιακές | προϋπηρεσιακά |
| Γενική | προϋπηρεσιακών | προϋπηρεσιακών | προϋπηρεσιακών |
| Αιτιατική | προϋπηρεσιακούς | προϋπηρεσιακές | προϋπηρεσιακά |
| Κλητική | προϋπηρεσιακοί | προϋπηρεσιακές | προϋπηρεσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →