Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προϋπηρετώ

ρήμα
•
  1. διαθέτω προϋπηρεσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προϋπηρετώ < ελληνιστική κοινή προϋπηρετέω / προϋπηρετῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροϋπηρετώπροϋπηρετείςπροϋπηρετείπροϋπηρετούμεπροϋπηρετείτεπροϋπηρετούν / προϋπηρετούνε
Παρατατικόςπροϋπηρετούσαπροϋπηρετούσεςπροϋπηρετούσεπροϋπηρετούσαμεπροϋπηρετούσατεπροϋπηρετούσαν / προϋπηρετούσανε
Αόριστοςπροϋπηρέτησαπροϋπηρέτησεςπροϋπηρέτησεπροϋπηρετήσαμεπροϋπηρετήσατεπροϋπηρέτησαν / προϋπηρετήσαν / προϋπηρετήσανε
Μέλλονταςθα προϋπηρετήσω / θα προϋπηρετώθα προϋπηρετήσεις / θα προϋπηρετείςθα προϋπηρετήσει / θα προϋπηρετείθα προϋπηρετήσουμε / θα προϋπηρετούμεθα προϋπηρετήσετε / θα προϋπηρετείτεθα προϋπηρετήσουν / θα προϋπηρετήσουνε / θα προϋπηρετούν / θα προϋπηρετούνε
Παρακείμενοςέχω προϋπηρετήσειέχεις προϋπηρετήσειέχει προϋπηρετήσειέχουμε προϋπηρετήσειέχετε προϋπηρετήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προϋπηρετήσειείχες προϋπηρετήσειείχε προϋπηρετήσειείχαμε προϋπηρετήσει——
Υποτακτικήνα έχω προϋπηρετήσει / να προϋπηρετήσω / να προϋπηρετώνα έχεις προϋπηρετήσει / να προϋπηρετήσεις / να προϋπηρετείςνα έχει προϋπηρετήσει / να προϋπηρετήσει / να προϋπηρετείνα έχουμε προϋπηρετήσει / να προϋπηρετήσουμε / να προϋπηρετούμενα έχετε προϋπηρετήσει / να προϋπηρετήσετε / να προϋπηρετείτενα προϋπηρετήσουν / να προϋπηρετήσουνε / να προϋπηρετούν / να προϋπηρετούνε
Προστακτική—προϋπηρέτει / προϋπηρέτησε——προϋπηρετήστε / προϋπηρετείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →