Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προϋπολογισμός

/pɾo.i.po.lo.ʝiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. οικονομίαη καταγραφή των εσόδων και των εξόδων που αναμένονται στο άμεσο μέλλον Βικιλεξικό
    • Η ψήφιση του κρατικού προϋπολογισμού παραδοσιακά λαμβάνει χαρακτήρα παροχής ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση. (Όλγα Παναγιωτίδου, Κατατέθηκε στη Βουλή ο προϋπολογισμός, cnn.gr, 21 Νοεμβρίου 2019)
    • Τό ἄρθρον 2 τοῦ Β΄ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ των ἐξόδων, φέρον τόν τίτλον «Ἔξοδα γραφείου καί διαχειρίσεως», ὑποδιαιρούμενα εἰς θέρμανσιν καί φωτισμόν, εἰς γραφική ὕλην καί λοιπά, εἰς τηλεγραφικά καί ταχυδρομικά τέλη καί φύλακτρα χρεωγράφων, ἀναγράφει ἐν ὅλῳ δαπάνην δράχ. 1360 (Πρακτικά της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1893, σελ. 62)
  2. η εκτίμηση της δυνατότητας που έχει μια οικονομική μονάδα (οικογένεια, επιχείρηση κλπ) να προχωρήσει σε κάποια έξοδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προϋπολογισμός < προ- + υπολογισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροϋπολογισμόςπροϋπολογισμοί
Γενικήπροϋπολογισμούπροϋπολογισμών
Αιτιατικήπροϋπολογισμόπροϋπολογισμούς
Κλητικήπροϋπολογισμέπροϋπολογισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →