προϋπόθεση
•
- κάτι που πρέπει να έχει επιτευχθεί πριν επιτευχθεί κάτι άλλο, ο όρος Βικιλεξικό
- Προϋπόθεση πρόσληψης είναι η ολοκλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων.
- Ο κανονισμός αυτός έδινε τη δυνατότητα στους μεταφορείς που διέθεταν κοινοτική άδεια, η οποία είχε εκδοθεί από κράτος μέλος, να παρέχουν υπηρεσίες οδικών εμπορευματικών μεταφορών σε άλλα κράτη μέλη υπό την προϋπόθεση ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονταν σε προσωρινή βάση. (Διεθνείς οδικές μεταφορές και ενδομεταφορές, europarl.europa.eu, 03/2026 http://www.europarl.europa.eu/factsheets/el/sheet/127/διεθνεις-οδικες-μεταφορες-και-οδικες-ενδομεταφορες)
- Ὁ πολιτικός γάμος μπορεῖ νὰ τίθεται ὡς ἀναγκαστικὴ προϋπόθεση —κοινωνικὴ ἢ ἠθική— σὲ κάθε συζυγικὴ συμβίωση, ὄχι ὅμως καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Γάμου. Τό μυστήριο προσφέρεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μόνο σέ ὅσους θέλουν νά ζήσουν τή μεταμόρφωση τῆς φυσικῆς ἐρωτικῆς σχέσης σέ σταυρική ἄσκηση ἐλευθερίας καί ἀγαπητικῆς αὐταπάρνησης σέ γεγονός μετοχῆς στήν ἔσχατη ἀλήθεια τῆς «ὄντως ζωῆς». (Χρήστος Γιανναράς, Η ελευθερία του ήθους, εκδόσεις Ίκαρος, 2002)
Ετυμολογία
προϋπόθεση < προ + υποθέτω.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προϋπόθεση | προϋποθέσεις |
| Γενική | προϋπόθεσης | προϋποθέσεων |
| Αιτιατική | προϋπόθεση | προϋποθέσεις |
| Κλητική | προϋπόθεση | προϋποθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →