Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προύνο

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. δαμάσκηνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προύνο < μεσαιωνική ελληνική προύνον < ελνσ. προύμνος < λατινική prunus

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →