προύχοντας
•
- σπάνιοάνθρωπος με πλούτο και ανώτερη κοινωνική θέση και δύναμη Βικιλεξικό
- Ὁ παπούς μας, ὁ πατέρας τοῦ πατέρα μας, ὁ Δημήτριος Ρίτσος, ἦταν προύχοντας τῆς Μονεμβασιάς, μέ τεράστια κτηματική περιουσία καί πλῆθος ἀνθρώπων στήν δούλεψή του. (Παντελής Πρεβελάκης, Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος συνολική θεώρηση του έργου του, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1992, σελ. 67)
- ιστορίαδημογέροντας κοτζάμπασης, πρόκριτος, προεστός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προύχοντας < αρχαία ελληνική προύχοντες, πληθυντικός τού προύχων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προὔχω / προέχω (ξεχωρίζω, διακρίνομαι, ηγούμαι) < πρό + ἔχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προύχοντας | προύχοντες |
| Γενική | προύχοντα | προυχόντων |
| Αιτιατική | προύχοντα | προύχοντες |
| Κλητική | προύχοντα | προύχοντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →