Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρυμίζω

ρήμα
•
  1. ναυτικός όροςστρέφω την πρύμνη προς τον άνεμο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάσπεύδω να φύγω Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμεταβάλλω γνώμη ή άποψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρυμίζω < πρύμη + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρυμίζωπρυμίζειςπρυμίζειπρυμίζουμεπρυμίζετεπρυμίζουν / πρυμίζουνε
Παρατατικόςπρύμιζαπρύμιζεςπρύμιζεπρυμίζαμεπρυμίζατεπρυμίζαν / πρυμίζανε / πρύμιζαν
Αόριστοςπρύμισαπρύμισεςπρύμισεπρυμίσαμεπρυμίσατεπρυμίσαν / πρυμίσανε / πρύμισαν
Μέλλονταςθα πρυμίζω / θα πρυμίσωθα πρυμίζεις / θα πρυμίσειςθα πρυμίζει / θα πρυμίσειθα πρυμίζουμε / θα πρυμίσουμεθα πρυμίζετε / θα πρυμίσετεθα πρυμίζουν / θα πρυμίζουνε / θα πρυμίσουν / θα πρυμίσουνε
Παρακείμενοςέχω πρυμίσειέχεις πρυμίσειέχει πρυμίσειέχουμε πρυμίσειέχετε πρυμίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρυμίσειείχες πρυμίσειείχε πρυμίσειείχαμε πρυμίσει——
Υποτακτικήνα έχω πρυμίσει / να πρυμίζω / να πρυμίσωνα έχεις πρυμίσει / να πρυμίζεις / να πρυμίσειςνα έχει πρυμίσει / να πρυμίζει / να πρυμίσεινα έχουμε πρυμίσει / να πρυμίζουμε / να πρυμίσουμενα έχετε πρυμίσει / να πρυμίζετε / να πρυμίσετενα πρυμίζουν / να πρυμίζουνε / να πρυμίσουν / να πρυμίσουνε
Προστακτική—πρύμιζε / πρύμισε——πρυμίζετε / πρυμίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →