πρυμίζω
•
- ναυτικός όροςστρέφω την πρύμνη προς τον άνεμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάσπεύδω να φύγω Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεταβάλλω γνώμη ή άποψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρυμίζω < πρύμη + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρυμίζω | πρυμίζεις | πρυμίζει | πρυμίζουμε | πρυμίζετε | πρυμίζουν / πρυμίζουνε |
| Παρατατικός | πρύμιζα | πρύμιζες | πρύμιζε | πρυμίζαμε | πρυμίζατε | πρυμίζαν / πρυμίζανε / πρύμιζαν |
| Αόριστος | πρύμισα | πρύμισες | πρύμισε | πρυμίσαμε | πρυμίσατε | πρυμίσαν / πρυμίσανε / πρύμισαν |
| Μέλλοντας | θα πρυμίζω / θα πρυμίσω | θα πρυμίζεις / θα πρυμίσεις | θα πρυμίζει / θα πρυμίσει | θα πρυμίζουμε / θα πρυμίσουμε | θα πρυμίζετε / θα πρυμίσετε | θα πρυμίζουν / θα πρυμίζουνε / θα πρυμίσουν / θα πρυμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρυμίσει | έχεις πρυμίσει | έχει πρυμίσει | έχουμε πρυμίσει | έχετε πρυμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρυμίσει | είχες πρυμίσει | είχε πρυμίσει | είχαμε πρυμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρυμίσει / να πρυμίζω / να πρυμίσω | να έχεις πρυμίσει / να πρυμίζεις / να πρυμίσεις | να έχει πρυμίσει / να πρυμίζει / να πρυμίσει | να έχουμε πρυμίσει / να πρυμίζουμε / να πρυμίσουμε | να έχετε πρυμίσει / να πρυμίζετε / να πρυμίσετε | να πρυμίζουν / να πρυμίζουνε / να πρυμίσουν / να πρυμίσουνε |
| Προστακτική | — | πρύμιζε / πρύμισε | — | — | πρυμίζετε / πρυμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →