Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρυμνόδετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςο πρυμνοδετημένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρυμνόδετος < πρύμν(η) + -ο- + -δετος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρυμνόδετοςπρυμνόδετηπρυμνόδετο
Γενικήπρυμνόδετουπρυμνόδετηςπρυμνόδετου
Αιτιατικήπρυμνόδετοπρυμνόδετηπρυμνόδετο
Κλητικήπρυμνόδετεπρυμνόδετηπρυμνόδετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρυμνόδετοιπρυμνόδετεςπρυμνόδετα
Γενικήπρυμνόδετωνπρυμνόδετωνπρυμνόδετων
Αιτιατικήπρυμνόδετουςπρυμνόδετεςπρυμνόδετα
Κλητικήπρυμνόδετοιπρυμνόδετεςπρυμνόδετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →