Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωθυπουργεύω

ρήμα
•
  1. πολιτικήείμαι πρωθυπουργός και εκτελώ τα σχετικά καθήκοντα Βικιλεξικό
  2. πολιτικήείμαι αναπληρωτής του πρωθυπουργού, όταν λείπει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωθυπουργεύω < πρωθυπουργός + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρωθυπουργεύωπρωθυπουργεύειςπρωθυπουργεύειπρωθυπουργεύουμεπρωθυπουργεύετεπρωθυπουργεύουν / πρωθυπουργεύουνε
Παρατατικόςπρωθυπούργευαπρωθυπούργευεςπρωθυπούργευεπρωθυπουργεύαμεπρωθυπουργεύατεπρωθυπουργεύαν / πρωθυπουργεύανε / πρωθυπούργευαν
Αόριστοςπρωθυπούργευσαπρωθυπούργευσεςπρωθυπούργευσεπρωθυπουργεύσαμεπρωθυπουργεύσατεπρωθυπουργεύσαν / πρωθυπουργεύσανε / πρωθυπούργευσαν
Μέλλονταςθα πρωθυπουργεύσω / θα πρωθυπουργεύωθα πρωθυπουργεύεις / θα πρωθυπουργεύσειςθα πρωθυπουργεύει / θα πρωθυπουργεύσειθα πρωθυπουργεύουμε / θα πρωθυπουργεύσουμεθα πρωθυπουργεύετε / θα πρωθυπουργεύσετεθα πρωθυπουργεύουν / θα πρωθυπουργεύουνε / θα πρωθυπουργεύσουν / θα πρωθυπουργεύσουνε
Παρακείμενοςέχω πρωθυπουργεύσειέχεις πρωθυπουργεύσειέχει πρωθυπουργεύσειέχουμε πρωθυπουργεύσειέχετε πρωθυπουργεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρωθυπουργεύσειείχες πρωθυπουργεύσειείχε πρωθυπουργεύσειείχαμε πρωθυπουργεύσει——
Υποτακτικήνα έχω πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύσω / να πρωθυπουργεύωνα έχεις πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύεις / να πρωθυπουργεύσειςνα έχει πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύει / να πρωθυπουργεύσεινα έχουμε πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύουμε / να πρωθυπουργεύσουμενα έχετε πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύετε / να πρωθυπουργεύσετενα πρωθυπουργεύουν / να πρωθυπουργεύουνε / να πρωθυπουργεύσουν / να πρωθυπουργεύσουνε
Προστακτική—πρωθυπούργευε / πρωθυπούργευσε——πρωθυπουργεύετε / πρωθυπουργεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →