πρωθυπουργεύω
•
- πολιτικήείμαι πρωθυπουργός και εκτελώ τα σχετικά καθήκοντα Βικιλεξικό
- πολιτικήείμαι αναπληρωτής του πρωθυπουργού, όταν λείπει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωθυπουργεύω < πρωθυπουργός + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωθυπουργεύω | πρωθυπουργεύεις | πρωθυπουργεύει | πρωθυπουργεύουμε | πρωθυπουργεύετε | πρωθυπουργεύουν / πρωθυπουργεύουνε |
| Παρατατικός | πρωθυπούργευα | πρωθυπούργευες | πρωθυπούργευε | πρωθυπουργεύαμε | πρωθυπουργεύατε | πρωθυπουργεύαν / πρωθυπουργεύανε / πρωθυπούργευαν |
| Αόριστος | πρωθυπούργευσα | πρωθυπούργευσες | πρωθυπούργευσε | πρωθυπουργεύσαμε | πρωθυπουργεύσατε | πρωθυπουργεύσαν / πρωθυπουργεύσανε / πρωθυπούργευσαν |
| Μέλλοντας | θα πρωθυπουργεύσω / θα πρωθυπουργεύω | θα πρωθυπουργεύεις / θα πρωθυπουργεύσεις | θα πρωθυπουργεύει / θα πρωθυπουργεύσει | θα πρωθυπουργεύουμε / θα πρωθυπουργεύσουμε | θα πρωθυπουργεύετε / θα πρωθυπουργεύσετε | θα πρωθυπουργεύουν / θα πρωθυπουργεύουνε / θα πρωθυπουργεύσουν / θα πρωθυπουργεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωθυπουργεύσει | έχεις πρωθυπουργεύσει | έχει πρωθυπουργεύσει | έχουμε πρωθυπουργεύσει | έχετε πρωθυπουργεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωθυπουργεύσει | είχες πρωθυπουργεύσει | είχε πρωθυπουργεύσει | είχαμε πρωθυπουργεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύσω / να πρωθυπουργεύω | να έχεις πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύεις / να πρωθυπουργεύσεις | να έχει πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύει / να πρωθυπουργεύσει | να έχουμε πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύουμε / να πρωθυπουργεύσουμε | να έχετε πρωθυπουργεύσει / να πρωθυπουργεύετε / να πρωθυπουργεύσετε | να πρωθυπουργεύουν / να πρωθυπουργεύουνε / να πρωθυπουργεύσουν / να πρωθυπουργεύσουνε |
| Προστακτική | — | πρωθυπούργευε / πρωθυπούργευσε | — | — | πρωθυπουργεύετε / πρωθυπουργεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →