Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωθυπουργοκεντρισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η συγκέντρωση της εξουσίας στο πρόσωπο του πρωθυπουργού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωθυπουργοκεντρισμός < πρωθυπουργό(ς) + κέντρ(ο) + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωθυπουργοκεντρισμόςπρωθυπουργοκεντρισμοί
Γενικήπρωθυπουργοκεντρισμούπρωθυπουργοκεντρισμών
Αιτιατικήπρωθυπουργοκεντρισμόπρωθυπουργοκεντρισμούς
Κλητικήπρωθυπουργοκεντρισμέπρωθυπουργοκεντρισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →