Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωθυπουργοπροεδρικός

/pɾo.θi.puɾ.ɣo.pɾo.e.ðɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου συνδυάζει τις αρμοδιότητες του πρωθυπουργού και του προέδρου ενός κράτους Βικιλεξικό
    • […] ενδεχόμενη υιοθέτηση ενός συστήματος θεσμών που θα οδηγούσαν ή έστω θα θα πλησίαζαν στο «ερμαφρόδιτο» και πάντα προβληματικό «ημιπροεδρικό» (ή «πρωθυπουργοπροεδρικό») σύστημα, το οποίο ουσιαστικά συνδυάζει –τουλάχιστον ενδέχεται να συνδυάσει– τα αρνητικά και των δύο «καθαρών» εκδοχών του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ετυμολογία

πρωθυπουργοπροεδρικός < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική premier-presidential. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωθυπουργ(ός) + -ο- + προεδρικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωθυπουργοπροεδρικόςπρωθυπουργοπροεδρικήπρωθυπουργοπροεδρικό
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →