πρωινάδικο
•
- προφορικότηλεοπτική εκπομπή που προβάλλεται το πρωί και περιλαμβάνει θέματα ψυχαγωγίας, ενημέρωσης και συνεντεύξεις με καλεσμένους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωινάδικο < πρωιν(ό) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωινάδικο | πρωινάδικα |
| Γενική | πρωινάδικου | πρωινάδικων |
| Αιτιατική | πρωινάδικο | πρωινάδικα |
| Κλητική | πρωινάδικο | πρωινάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →