πρωινός
•
- που γίνεται ή εμφανίζεται το πρωί Βικιλεξικό
- πώς κι έτσι πρωινός σήμερα;
- Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
Ετυμολογία
πρωινός < ελληνιστική πρωινός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωινός | πρωινή | πρωινό |
| Γενική | πρωινού | πρωινής | πρωινού |
| Αιτιατική | πρωινό | πρωινή | πρωινό |
| Κλητική | πρωινέ | πρωινή | πρωινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωινοί | πρωινές | πρωινά |
| Γενική | πρωινών | πρωινών | πρωινών |
| Αιτιατική | πρωινούς | πρωινές | πρωινά |
| Κλητική | πρωινοί | πρωινές | πρωινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →