πρωσικός
•
- ο σχετικός με την Πρωσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωσικός < Πρωσί(α) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωσικός | πρωσική | πρωσικό |
| Γενική | πρωσικού | πρωσικής | πρωσικού |
| Αιτιατική | πρωσικό | πρωσική | πρωσικό |
| Κλητική | πρωσικέ | πρωσική | πρωσικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωσικοί | πρωσικές | πρωσικά |
| Γενική | πρωσικών | πρωσικών | πρωσικών |
| Αιτιατική | πρωσικούς | πρωσικές | πρωσικά |
| Κλητική | πρωσικοί | πρωσικές | πρωσικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →