Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωσικός

/pɾo.siˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την Πρωσία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωσικός < Πρωσί(α) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωσικόςπρωσικήπρωσικό
Γενικήπρωσικούπρωσικήςπρωσικού
Αιτιατικήπρωσικόπρωσικήπρωσικό
Κλητικήπρωσικέπρωσικήπρωσικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωσικοίπρωσικέςπρωσικά
Γενικήπρωσικώνπρωσικώνπρωσικών
Αιτιατικήπρωσικούςπρωσικέςπρωσικά
Κλητικήπρωσικοίπρωσικέςπρωσικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →