Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτάκουστος

/pɾoˈta.ku.stos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικά, (σπάνια) που δεν έχει ακουστεί ξανά Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασησυνηθισμένος ευγενικός χαρακτηρισμός για κάτι που δεν θεωρούμε σωστό Βικιλεξικό
    • αυτό που έκανε χθες στο πάρτι ήταν πρωτάκουστο
    • μίλαγες με μια πρωτάκουστη αυθάδεια κι όμως κανείς δεν σε σταματούσε

Ετυμολογία

πρωτάκουστος < πρωτ- + (ακούω) ακουσ- + -τος (δείτε και ακουστός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτάκουστοςπρωτάκουστηπρωτάκουστο
Γενικήπρωτάκουστουπρωτάκουστηςπρωτάκουστου
Αιτιατικήπρωτάκουστοπρωτάκουστηπρωτάκουστο
Κλητικήπρωτάκουστεπρωτάκουστηπρωτάκουστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτάκουστοιπρωτάκουστεςπρωτάκουστα
Γενικήπρωτάκουστωνπρωτάκουστωνπρωτάκουστων
Αιτιατικήπρωτάκουστουςπρωτάκουστεςπρωτάκουστα
Κλητικήπρωτάκουστοιπρωτάκουστεςπρωτάκουστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →