πρωτάκουστος
•
- κυριολεκτικά, (σπάνια) που δεν έχει ακουστεί ξανά Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασησυνηθισμένος ευγενικός χαρακτηρισμός για κάτι που δεν θεωρούμε σωστό Βικιλεξικό
- αυτό που έκανε χθες στο πάρτι ήταν πρωτάκουστο
- μίλαγες με μια πρωτάκουστη αυθάδεια κι όμως κανείς δεν σε σταματούσε
Ετυμολογία
πρωτάκουστος < πρωτ- + (ακούω) ακουσ- + -τος (δείτε και ακουστός)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτάκουστος | πρωτάκουστη | πρωτάκουστο |
| Γενική | πρωτάκουστου | πρωτάκουστης | πρωτάκουστου |
| Αιτιατική | πρωτάκουστο | πρωτάκουστη | πρωτάκουστο |
| Κλητική | πρωτάκουστε | πρωτάκουστη | πρωτάκουστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτάκουστοι | πρωτάκουστες | πρωτάκουστα |
| Γενική | πρωτάκουστων | πρωτάκουστων | πρωτάκουστων |
| Αιτιατική | πρωτάκουστους | πρωτάκουστες | πρωτάκουστα |
| Κλητική | πρωτάκουστοι | πρωτάκουστες | πρωτάκουστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →