πρωτέκδικος
•
- νομικός όροςο πρώτος δικαστής Βικιλεξικό
- νομικός όροςόπως μεσαιωνικά ελληνικά πρωτέκδικος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτέκδικος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πρωτέκδικος < πρωτ- (πρῶτος) + μεσαιωνική ελληνική ἔκδικος (<ἐκ + δίκη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτέκδικος | πρωτέκδικοι |
| Γενική | πρωτέκδικου / πρωτεκδίκου | πρωτέκδικων / πρωτεκδίκων |
| Αιτιατική | πρωτέκδικο | πρωτέκδικους / πρωτεκδίκους |
| Κλητική | πρωτέκδικε | πρωτέκδικοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →