πρωταθλητισμός
•
- αθλητισμόςσυστηματική άθληση με σκοπό να γίνει κάποιος πρωταθλητής με ατομικό ή ομαδικό επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωταθλητισμός < πρωταθλητ(ής) + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωταθλητισμός | πρωταθλητισμοί |
| Γενική | πρωταθλητισμού | πρωταθλητισμών |
| Αιτιατική | πρωταθλητισμό | πρωταθλητισμούς |
| Κλητική | πρωταθλητισμέ | πρωταθλητισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →