πρωταρχινίζω
•
- πρωταρχίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωταρχινίζω < πρωταρχίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωταρχινίζω | πρωταρχινίζεις | πρωταρχινίζει | πρωταρχινίζουμε | πρωταρχινίζετε | πρωταρχινίζουν / πρωταρχινίζουνε |
| Παρατατικός | πρωταρχίνιζα | πρωταρχίνιζες | πρωταρχίνιζε | πρωταρχινίζαμε | πρωταρχινίζατε | πρωταρχίνιζαν / πρωταρχινίζαν / πρωταρχινίζανε |
| Αόριστος | πρωταρχίνισα | πρωταρχίνισες | πρωταρχίνισε | πρωταρχινίσαμε | πρωταρχινίσατε | πρωταρχίνισαν / πρωταρχινίσαν / πρωταρχινίσανε |
| Μέλλοντας | θα πρωταρχινίζω / θα πρωταρχινίσω | θα πρωταρχινίζεις / θα πρωταρχινίσεις | θα πρωταρχινίζει / θα πρωταρχινίσει | θα πρωταρχινίζουμε / θα πρωταρχινίσουμε | θα πρωταρχινίζετε / θα πρωταρχινίσετε | θα πρωταρχινίζουν / θα πρωταρχινίζουνε / θα πρωταρχινίσουν / θα πρωταρχινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωταρχινίσει | έχεις πρωταρχινίσει | έχει πρωταρχινίσει | έχουμε πρωταρχινίσει | έχετε πρωταρχινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωταρχινίσει | είχες πρωταρχινίσει | είχε πρωταρχινίσει | είχαμε πρωταρχινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωταρχινίσει / να πρωταρχινίζω / να πρωταρχινίσω | να έχεις πρωταρχινίσει / να πρωταρχινίζεις / να πρωταρχινίσεις | να έχει πρωταρχινίσει / να πρωταρχινίζει / να πρωταρχινίσει | να έχουμε πρωταρχινίσει / να πρωταρχινίζουμε / να πρωταρχινίσουμε | να έχετε πρωταρχινίσει / να πρωταρχινίζετε / να πρωταρχινίσετε | να πρωταρχινίζουν / να πρωταρχινίζουνε / να πρωταρχινίσουν / να πρωταρχινίσουνε |
| Προστακτική | — | πρωταρχίνιζε / πρωταρχίνισε | — | — | πρωταρχινίζετε / πρωταρχινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →