πρωτευαγγέλιο
•
- θρησκείαη πρώτη θεϊκή αναγγελία / άγγελμα που δόθηκε στους πρωτοπλάστους, μετά την έκπτωση από την παραδείσια κατάσταση, ότι θα σταλεί ο Μεσσίας / σωτήρας στον κόσμο Βικιλεξικό
- θρησκείαευαγγέλιο που επικεντρώνεται στα πρώτα χρόνια του βίου του Χριστού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτευαγγέλιο < πρωτ- + ευαγγέλιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτευαγγέλιο | πρωτευαγγέλια |
| Γενική | πρωτευαγγέλιου / πρωτευαγγελίου | πρωτευαγγελίων |
| Αιτιατική | πρωτευαγγέλιο | πρωτευαγγέλια |
| Κλητική | πρωτευαγγέλιο | πρωτευαγγέλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →