πρωτοβάθμια εκπαίδευση
•
- εκπαίδευσητο αρχικό και θεμελιώδες στάδιο της εκπαίδευσης, όπου τα παιδιά αποκτούν βασικές γνώσεις, δεξιότητες και κοινωνική αγωγή, κυρίως μέσω φοίτησης στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο Βικιλεξικό
- < υπώνυμα: δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο
Ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοβάθμια εκπαίδευση | — |
| Γενική | πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης | — |
| Αιτιατική | πρωτοβάθμια εκπαίδευση | — |
| Κλητική | πρωτοβάθμια εκπαίδευση | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →