πρωτοβουλία
•
- η ικανότητα να ενεργείς αυτόνομα και να κινείς πρώτος τις εξελίξεις Βικιλεξικό
- ενέργεια που γίνεται μετά από αυτόνομη σκέψη και απόφαση Βικιλεξικό
- Μην παίρνεις πρωτοβουλίες χωρίς να ρωτήσεις κανέναν.
Ετυμολογία
πρωτοβουλία < πρώτος + βουλή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοβουλία | πρωτοβουλίες |
| Γενική | πρωτοβουλίας | πρωτοβουλιών |
| Αιτιατική | πρωτοβουλία | πρωτοβουλίες |
| Κλητική | πρωτοβουλία | πρωτοβουλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →