Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτογενής

/pro.to.ʝeˈnis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που «γεννιέται», δημιουργείται, γίνεται ή προκύπτει στο πρώτο στάδιο μιας διαδικασίας και δεν είναι αποτέλεσμα μιας προηγούμενης φάσης Βικιλεξικό
    • Με δεδομένη την διάρθρωση της τοπικής οικονομίας (κυριαρχία πρωτογενή τομέα και λιανικού εμπορίου) και τις δυσκολίες απεξάρτησης, μεσοπρόθεσμα, από τη μόνη δυνατή σήμερα παραγωγή πρώτης ύλης στον πρωτογενή τομέα , όσο ο πολυπληθής γεωργικός πληθυσμός της ενδοχώρας – πολυδραστήριος ή μη συμβάλλει στην στήριξη της οικονομίας της μικρής πόλης (επιμέλεια Δημήτρη Οικονόμου και Γιώργου Πετράκου, Η ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων: διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας-"Gutenberg", 2004, σελ. 187)
    • πρωτογενές πλεόνασμα (αυτό που προκύπτει κατά την περίοδο ενός οικονομικού έτους, χωρίς να συνυπολογίζονται οι υποχρεώσεις από προηγούμενα έτη)
  2. που αναφέρεται σε στοιχεία που προκύπτουν κατ' αυτόν τον τρόπο ή τα περιλαμβάνει Βικιλεξικό
    • ο πρωτογενής τομέας της οικονομίας περιλαμβάνει τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία κλπ
  3. λόγιοο πρωτότοκος Βικιλεξικό
  4. οικονομίαο τομέας που δραστηριοποιείται στην απόσπαση και συλλογή από την φύση των πρώτων υλών (γεωργία, κτηνοτροφία, εξόρυξη μεταλλευμάτων, αλιεία, κλπ) και την χρησιμοποίηση τους άμεσα χωρίς επεξεργασία ή την διοχέτευσή τους στον δευτερογενή τομέα για επεξεργασία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτογενής < αρχαία ελληνική πρωτογενής (πρωτότοκος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτογενήςπρωτογενήςπρωτογενές
Γενικήπρωτογενούςπρωτογενούςπρωτογενούς
Αιτιατικήπρωτογενήπρωτογενήπρωτογενές
Κλητικήπρωτογενή / πρωτογενήςπρωτογενήςπρωτογενές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτογενείςπρωτογενείςπρωτογενή
Γενικήπρωτογενώνπρωτογενώνπρωτογενών
Αιτιατικήπρωτογενείςπρωτογενείςπρωτογενή
Κλητικήπρωτογενείςπρωτογενείςπρωτογενή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →