πρωτογνωρίζω
•
- γνωρίζω για πρώτη φορά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτογνωρίζω < πρώτος + γνωρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωτογνωρίζω | πρωτογνωρίζεις | πρωτογνωρίζει | πρωτογνωρίζουμε | πρωτογνωρίζετε | πρωτογνωρίζουν / πρωτογνωρίζουνε |
| Παρατατικός | πρωτογνώριζα | πρωτογνώριζες | πρωτογνώριζε | πρωτογνωρίζαμε | πρωτογνωρίζατε | πρωτογνωρίζαν / πρωτογνωρίζανε / πρωτογνώριζαν |
| Αόριστος | πρωτογνώρισα | πρωτογνώρισες | πρωτογνώρισε | πρωτογνωρίσαμε | πρωτογνωρίσατε | πρωτογνωρίσαν / πρωτογνωρίσανε / πρωτογνώρισαν |
| Μέλλοντας | θα πρωτογνωρίζω / θα πρωτογνωρίσω | θα πρωτογνωρίζεις / θα πρωτογνωρίσεις | θα πρωτογνωρίζει / θα πρωτογνωρίσει | θα πρωτογνωρίζουμε / θα πρωτογνωρίσουμε | θα πρωτογνωρίζετε / θα πρωτογνωρίσετε | θα πρωτογνωρίζουν / θα πρωτογνωρίζουνε / θα πρωτογνωρίσουν / θα πρωτογνωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωτογνωρίσει | έχεις πρωτογνωρίσει | έχει πρωτογνωρίσει | έχουμε πρωτογνωρίσει | έχετε πρωτογνωρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωτογνωρίσει | είχες πρωτογνωρίσει | είχε πρωτογνωρίσει | είχαμε πρωτογνωρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωτογνωρίσει / να πρωτογνωρίζω / να πρωτογνωρίσω | να έχεις πρωτογνωρίσει / να πρωτογνωρίζεις / να πρωτογνωρίσεις | να έχει πρωτογνωρίσει / να πρωτογνωρίζει / να πρωτογνωρίσει | να έχουμε πρωτογνωρίσει / να πρωτογνωρίζουμε / να πρωτογνωρίσουμε | να έχετε πρωτογνωρίσει / να πρωτογνωρίζετε / να πρωτογνωρίσετε | να πρωτογνωρίζουν / να πρωτογνωρίζουνε / να πρωτογνωρίσουν / να πρωτογνωρίσουνε |
| Προστακτική | — | πρωτογνώριζε / πρωτογνώρισε | — | — | πρωτογνωρίζετε / πρωτογνωρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →