πρωτοδημοσιεύω
•
- δημοσιεύω πρώτος εγώ κάτι Βικιλεξικό
- δημοσιεύω πρώτη φορά κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοδημοσιεύω < πρωτο- + δημοσιεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωτοδημοσιεύω | πρωτοδημοσιεύεις | πρωτοδημοσιεύει | πρωτοδημοσιεύουμε | πρωτοδημοσιεύετε | πρωτοδημοσιεύουν / πρωτοδημοσιεύουνε |
| Παρατατικός | πρωτοδημοσίευα | πρωτοδημοσίευες | πρωτοδημοσίευε | πρωτοδημοσιεύαμε | πρωτοδημοσιεύατε | πρωτοδημοσίευαν / πρωτοδημοσιεύαν / πρωτοδημοσιεύανε |
| Αόριστος | πρωτοδημοσίευσα | πρωτοδημοσίευσες | πρωτοδημοσίευσε | πρωτοδημοσιεύσαμε | πρωτοδημοσιεύσατε | πρωτοδημοσίευσαν / πρωτοδημοσιεύσαν / πρωτοδημοσιεύσανε |
| Μέλλοντας | θα πρωτοδημοσιεύσω / θα πρωτοδημοσιεύω | θα πρωτοδημοσιεύεις / θα πρωτοδημοσιεύσεις | θα πρωτοδημοσιεύει / θα πρωτοδημοσιεύσει | θα πρωτοδημοσιεύουμε / θα πρωτοδημοσιεύσουμε | θα πρωτοδημοσιεύετε / θα πρωτοδημοσιεύσετε | θα πρωτοδημοσιεύουν / θα πρωτοδημοσιεύουνε / θα πρωτοδημοσιεύσουν / θα πρωτοδημοσιεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωτοδημοσιεύσει | έχεις πρωτοδημοσιεύσει | έχει πρωτοδημοσιεύσει | έχουμε πρωτοδημοσιεύσει | έχετε πρωτοδημοσιεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωτοδημοσιεύσει | είχες πρωτοδημοσιεύσει | είχε πρωτοδημοσιεύσει | είχαμε πρωτοδημοσιεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύσω / να πρωτοδημοσιεύω | να έχεις πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύεις / να πρωτοδημοσιεύσεις | να έχει πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύει / να πρωτοδημοσιεύσει | να έχουμε πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύουμε / να πρωτοδημοσιεύσουμε | να έχετε πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύετε / να πρωτοδημοσιεύσετε | να πρωτοδημοσιεύουν / να πρωτοδημοσιεύουνε / να πρωτοδημοσιεύσουν / να πρωτοδημοσιεύσουνε |
| Προστακτική | — | πρωτοδημοσίευε / πρωτοδημοσίευσε | — | — | πρωτοδημοσιεύετε / πρωτοδημοσιεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →