Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοδημοσιεύω

ρήμα
•
  1. δημοσιεύω πρώτος εγώ κάτι Βικιλεξικό
  2. δημοσιεύω πρώτη φορά κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοδημοσιεύω < πρωτο- + δημοσιεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρωτοδημοσιεύωπρωτοδημοσιεύειςπρωτοδημοσιεύειπρωτοδημοσιεύουμεπρωτοδημοσιεύετεπρωτοδημοσιεύουν / πρωτοδημοσιεύουνε
Παρατατικόςπρωτοδημοσίευαπρωτοδημοσίευεςπρωτοδημοσίευεπρωτοδημοσιεύαμεπρωτοδημοσιεύατεπρωτοδημοσίευαν / πρωτοδημοσιεύαν / πρωτοδημοσιεύανε
Αόριστοςπρωτοδημοσίευσαπρωτοδημοσίευσεςπρωτοδημοσίευσεπρωτοδημοσιεύσαμεπρωτοδημοσιεύσατεπρωτοδημοσίευσαν / πρωτοδημοσιεύσαν / πρωτοδημοσιεύσανε
Μέλλονταςθα πρωτοδημοσιεύσω / θα πρωτοδημοσιεύωθα πρωτοδημοσιεύεις / θα πρωτοδημοσιεύσειςθα πρωτοδημοσιεύει / θα πρωτοδημοσιεύσειθα πρωτοδημοσιεύουμε / θα πρωτοδημοσιεύσουμεθα πρωτοδημοσιεύετε / θα πρωτοδημοσιεύσετεθα πρωτοδημοσιεύουν / θα πρωτοδημοσιεύουνε / θα πρωτοδημοσιεύσουν / θα πρωτοδημοσιεύσουνε
Παρακείμενοςέχω πρωτοδημοσιεύσειέχεις πρωτοδημοσιεύσειέχει πρωτοδημοσιεύσειέχουμε πρωτοδημοσιεύσειέχετε πρωτοδημοσιεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρωτοδημοσιεύσειείχες πρωτοδημοσιεύσειείχε πρωτοδημοσιεύσειείχαμε πρωτοδημοσιεύσει——
Υποτακτικήνα έχω πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύσω / να πρωτοδημοσιεύωνα έχεις πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύεις / να πρωτοδημοσιεύσειςνα έχει πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύει / να πρωτοδημοσιεύσεινα έχουμε πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύουμε / να πρωτοδημοσιεύσουμενα έχετε πρωτοδημοσιεύσει / να πρωτοδημοσιεύετε / να πρωτοδημοσιεύσετενα πρωτοδημοσιεύουν / να πρωτοδημοσιεύουνε / να πρωτοδημοσιεύσουν / να πρωτοδημοσιεύσουνε
Προστακτική—πρωτοδημοσίευε / πρωτοδημοσίευσε——πρωτοδημοσιεύετε / πρωτοδημοσιεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →