Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοκαθίζω

ρήμα
•
  1. μεταβατικόκαθίζω κάποιον για πρώτη φορά Βικιλεξικό
  2. αμετάβατοκάθομαι για πρώτη φορά ή πρώτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοκαθίζω < πρωτο- + καθίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρωτοκαθίζωπρωτοκαθίζειςπρωτοκαθίζειπρωτοκαθίζουμεπρωτοκαθίζετεπρωτοκαθίζουν / πρωτοκαθίζουνε
Παρατατικόςπρωτοκάθιζαπρωτοκάθιζεςπρωτοκάθιζεπρωτοκαθίζαμεπρωτοκαθίζατεπρωτοκάθιζαν / πρωτοκαθίζαν / πρωτοκαθίζανε
Αόριστοςπρωτοκάθισαπρωτοκάθισεςπρωτοκάθισεπρωτοκαθίσαμεπρωτοκαθίσατεπρωτοκάθισαν / πρωτοκαθίσαν / πρωτοκαθίσανε
Μέλλονταςθα πρωτοκαθίζω / θα πρωτοκαθίσωθα πρωτοκαθίζεις / θα πρωτοκαθίσειςθα πρωτοκαθίζει / θα πρωτοκαθίσειθα πρωτοκαθίζουμε / θα πρωτοκαθίσουμεθα πρωτοκαθίζετε / θα πρωτοκαθίσετεθα πρωτοκαθίζουν / θα πρωτοκαθίζουνε / θα πρωτοκαθίσουν / θα πρωτοκαθίσουνε
Παρακείμενοςέχω πρωτοκαθίσειέχεις πρωτοκαθίσειέχει πρωτοκαθίσειέχουμε πρωτοκαθίσειέχετε πρωτοκαθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα πρωτοκαθίσειείχες πρωτοκαθίσειείχε πρωτοκαθίσειείχαμε πρωτοκαθίσει——
Υποτακτικήνα έχω πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζω / να πρωτοκαθίσωνα έχεις πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζεις / να πρωτοκαθίσειςνα έχει πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζει / να πρωτοκαθίσεινα έχουμε πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζουμε / να πρωτοκαθίσουμενα έχετε πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζετε / να πρωτοκαθίσετενα πρωτοκαθίζουν / να πρωτοκαθίζουνε / να πρωτοκαθίσουν / να πρωτοκαθίσουνε
Προστακτική—πρωτοκάθιζε / πρωτοκάθισε——πρωτοκαθίζετε / πρωτοκαθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →