πρωτοκαθίζω
•
- μεταβατικόκαθίζω κάποιον για πρώτη φορά Βικιλεξικό
- αμετάβατοκάθομαι για πρώτη φορά ή πρώτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοκαθίζω < πρωτο- + καθίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | πρωτοκαθίζω | πρωτοκαθίζεις | πρωτοκαθίζει | πρωτοκαθίζουμε | πρωτοκαθίζετε | πρωτοκαθίζουν / πρωτοκαθίζουνε |
| Παρατατικός | πρωτοκάθιζα | πρωτοκάθιζες | πρωτοκάθιζε | πρωτοκαθίζαμε | πρωτοκαθίζατε | πρωτοκάθιζαν / πρωτοκαθίζαν / πρωτοκαθίζανε |
| Αόριστος | πρωτοκάθισα | πρωτοκάθισες | πρωτοκάθισε | πρωτοκαθίσαμε | πρωτοκαθίσατε | πρωτοκάθισαν / πρωτοκαθίσαν / πρωτοκαθίσανε |
| Μέλλοντας | θα πρωτοκαθίζω / θα πρωτοκαθίσω | θα πρωτοκαθίζεις / θα πρωτοκαθίσεις | θα πρωτοκαθίζει / θα πρωτοκαθίσει | θα πρωτοκαθίζουμε / θα πρωτοκαθίσουμε | θα πρωτοκαθίζετε / θα πρωτοκαθίσετε | θα πρωτοκαθίζουν / θα πρωτοκαθίζουνε / θα πρωτοκαθίσουν / θα πρωτοκαθίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω πρωτοκαθίσει | έχεις πρωτοκαθίσει | έχει πρωτοκαθίσει | έχουμε πρωτοκαθίσει | έχετε πρωτοκαθίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα πρωτοκαθίσει | είχες πρωτοκαθίσει | είχε πρωτοκαθίσει | είχαμε πρωτοκαθίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζω / να πρωτοκαθίσω | να έχεις πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζεις / να πρωτοκαθίσεις | να έχει πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζει / να πρωτοκαθίσει | να έχουμε πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζουμε / να πρωτοκαθίσουμε | να έχετε πρωτοκαθίσει / να πρωτοκαθίζετε / να πρωτοκαθίσετε | να πρωτοκαθίζουν / να πρωτοκαθίζουνε / να πρωτοκαθίσουν / να πρωτοκαθίσουνε |
| Προστακτική | — | πρωτοκάθιζε / πρωτοκάθισε | — | — | πρωτοκαθίζετε / πρωτοκαθίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →