πρωτοκαθεδρία
•
- δικαίωμα (βάσει κριτηρίων) επί της πρώτης έδρας/θέσης κτλ. Βικιλεξικό
- Η πρώτη θέση που κατέχει κάποιος σε έναν τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοκαθεδρία < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοκαθεδρία | πρωτοκαθεδρίες |
| Γενική | πρωτοκαθεδρίας | πρωτοκαθεδριών |
| Αιτιατική | πρωτοκαθεδρία | πρωτοκαθεδρίες |
| Κλητική | πρωτοκαθεδρία | πρωτοκαθεδρίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →