Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοκαθεδρία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δικαίωμα (βάσει κριτηρίων) επί της πρώτης έδρας/θέσης κτλ. Βικιλεξικό
  2. Η πρώτη θέση που κατέχει κάποιος σε έναν τομέα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοκαθεδρία < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτοκαθεδρίαπρωτοκαθεδρίες
Γενικήπρωτοκαθεδρίαςπρωτοκαθεδριών
Αιτιατικήπρωτοκαθεδρίαπρωτοκαθεδρίες
Κλητικήπρωτοκαθεδρίαπρωτοκαθεδρίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →