πρωτοκολλήτρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του πρωτοκολλητής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοκολλήτρια < πρωτοκολλητ(ής) + κατάληξη θηλυκού -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοκολλήτρια | πρωτοκολλήτριες |
| Γενική | πρωτοκολλήτριας | πρωτοκολλητριών |
| Αιτιατική | πρωτοκολλήτρια | πρωτοκολλήτριες |
| Κλητική | πρωτοκολλήτρια | πρωτοκολλήτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →