πρωτομάστορας
•
- μεταφορικάσυνώνυμο του πρωτεργάτης Βικιλεξικό
- παρωχημένοο επικεφαλής μάστορας Βικιλεξικό
- Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό
- «Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
- καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
- παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
- πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»
Ετυμολογία
πρωτομάστορας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πρωτομάστορας. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτο- + μάστορας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτομάστορας | πρωτομάστορες |
| Γενική | πρωτομάστορα | πρωτομαστόρων |
| Αιτιατική | πρωτομάστορα | πρωτομάστορες |
| Κλητική | πρωτομάστορα | πρωτομάστορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →