Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτομάστορας

/pɾo.toˈma.sto.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μεταφορικάσυνώνυμο του πρωτεργάτης Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοο επικεφαλής μάστορας Βικιλεξικό
    • Το γιοφύρι της Άρτας, δημοτικό
    • «Ἂ δὲ στοιχειώσετε ἄνθρωπο, γιοφῦρι δὲ στεριώνει·
    • καὶ μὴ στοιχειώσετε ὀρφανό, μὴ ξένο, μὴ διαβάτη,
    • παρὰ τοῦ πρωτομάστορα τὴν ὅμορφη γυναῖκα,
    • πὄρχεται ἀργὰ τ’ ἀποταχύ, καὶ πάρωρα τὸ γιόμα.»

Ετυμολογία

πρωτομάστορας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πρωτομάστορας. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτο- + μάστορας.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτομάστοραςπρωτομάστορες
Γενικήπρωτομάστοραπρωτομαστόρων
Αιτιατικήπρωτομάστοραπρωτομάστορες
Κλητικήπρωτομάστοραπρωτομάστορες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →