Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το πρωτόνιο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτονικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτονικόςπρωτονικήπρωτονικό
Γενικήπρωτονικούπρωτονικήςπρωτονικού
Αιτιατικήπρωτονικόπρωτονικήπρωτονικό
Κλητικήπρωτονικέπρωτονικήπρωτονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτονικοίπρωτονικέςπρωτονικά
Γενικήπρωτονικώνπρωτονικώνπρωτονικών
Αιτιατικήπρωτονικούςπρωτονικέςπρωτονικά
Κλητικήπρωτονικοίπρωτονικέςπρωτονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →