πρωτοξαδέρφι
•
- οικείοο πρωτεξάδελφος ή η πρωτεξαδέλφη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοξαδέρφι < πρωτοξάδερφος + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοξαδέρφι | πρωτοξαδέρφια |
| Γενική | πρωτοξαδερφιού | πρωτοξαδερφιών |
| Αιτιατική | πρωτοξαδέρφι | πρωτοξαδέρφια |
| Κλητική | πρωτοξαδέρφι | πρωτοξαδέρφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →