Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοποριακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την πρωτοπορία, αναφέρεται ή ανήκει σ’ αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοποριακός < πρωτοπορία + -ακός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική avant-gardiste)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτοποριακόςπρωτοποριακήπρωτοποριακό
Γενικήπρωτοποριακούπρωτοποριακήςπρωτοποριακού
Αιτιατικήπρωτοποριακόπρωτοποριακήπρωτοποριακό
Κλητικήπρωτοποριακέπρωτοποριακήπρωτοποριακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτοποριακοίπρωτοποριακέςπρωτοποριακά
Γενικήπρωτοποριακώνπρωτοποριακώνπρωτοποριακών
Αιτιατικήπρωτοποριακούςπρωτοποριακέςπρωτοποριακά
Κλητικήπρωτοποριακοίπρωτοποριακέςπρωτοποριακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →