Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοτόκια

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τα κληρονομικά δικαιώματα του πρωτότοκου Βικιλεξικό
    • Ο άνθρωπος πολλές φορές δεν βρίσκει της υπάρξεώς τους τον σκοπό. Και όμως τα κρατεί στους κόρφους της η Φύσις, θεότης αδιάφορη, ανεπηρέαστη, ίση δείχνοντας αγάπη και στου Κάη τους καρπούς και στα πρωτοτόκια του Άβελ. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος, κεφ. Ε, 1897)

Ετυμολογία

πρωτοτόκια < ελληνιστική κοινή πρωτοτόκια < πρωτότοκος < αρχαία ελληνική πρῶτος + τόκος < τίκτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτοτόκιαπρωτοτόκια
Γενική—πρωτοτοκίων
Αιτιατική—πρωτοτόκια
Κλητική—πρωτοτόκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

πρωτοτοκία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη ιδιότητα του πρωτότοκου, το να είναι κάποιος πρωτότοκος Βικιλεξικό
  2. λόγιοο πρώτος τοκετός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτοτοκία < ελληνιστική κοινή πρωτοτοκία < αρχαία ελληνική πρῶτος + τόκος < τίκτω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτοτοκίαπρωτοτοκίες
Γενικήπρωτοτοκίαςπρωτοτοκιών
Αιτιατικήπρωτοτοκίαπρωτοτοκίες
Κλητικήπρωτοτοκίαπρωτοτοκίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →