Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτοφάνεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. σπάνιοη πρώτη εμφάνιση, η πρωτοτυπία Βικιλεξικό
    • Κι ὅμως ἅμα χαλάσαμε τήν καλλιτεχνική μορφή τοῦ στίχου, ἔχασαν ὅλα τους τά ὕψη, ὅλες τίς δικαιώσεις κι ὅλη τους τήν πρωτοφάνεια (Κώστας Βάρναλης, Αισθητικά-κριτικά, Τόμος 1, εκδ. Κέδρος, 1958, σελ. 181)
  2. πρώιμος (για φρούτα / λαχανικά) Βικιλεξικό
    • Καθεκάστην έπίσης τοι; έρχονται, άγνωστον πόθεν, οίνοι έκλεκτοΙ, τρόφιμα παντοδαπά, πρωτοφάνεια, έν ένί άπαντα τά στοιχεία τών υλικών απολαύσεων (Η Ευτέρπη, Σύγγραμμα Περιοδικόν με εικονογραφίας, Τόμος Β΄, φυλλάδ. 48, 15 Αυγούστου 1849 https://lekythos.library.ucy.ac.cy/archive/download/78038328-281d-4ad9-a316-248b5921fcf7.pdf)
    • πρωτοφάνεια καρπῶν, λαχάνων, κτλ . (λήμμα primeur στο:Κ. Βαρβατής, Νικόλαος Ι. Δελέντας, Dictionnaire franc̦ais-grec, 1911, σελ. 1049 https://www.google.gr/books/edition/Dictionnaire_franc%CC%A6ais_grec/WhwrAAAAYAAJ?hl=el&gbpv=1&dq=%22%CF%80%CF%81%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%22&pg=PA1049&printsec=frontcover)

Ετυμολογία

πρωτοφάνεια < αρχαία ελληνική πρωτοφάνεια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρωτοφάνειαπρωτοφάνειες
Γενικήπρωτοφάνειαςπρωτοφανειών
Αιτιατικήπρωτοφάνειαπρωτοφάνειες
Κλητικήπρωτοφάνειαπρωτοφάνειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →