πρωτοχρονιάτικο
•
- λαχείο που η κλήρωσή του γίνεται ανήμερα ή την παραμονή της Πρωτοχρονιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτοχρονιάτικο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου πρωτοχρονιάτικος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτοχρονιάτικο | πρωτοχρονιάτικα |
| Γενική | πρωτοχρονιάτικου | πρωτοχρονιάτικων |
| Αιτιατική | πρωτοχρονιάτικο | πρωτοχρονιάτικα |
| Κλητική | πρωτοχρονιάτικο | πρωτοχρονιάτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →