Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτόγονος

/pɾoˈto.ɣo.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε ένα πρώιμο στάδιο ανάπτυξης Βικιλεξικό
    • το πρωτόγονο έχει την δυναμική της προοπτικής
    • Η ψυχολατρία (ανιμισμός) που διακρίνεται σε όλο το μυθιστόρημα, η έλλειψη κάθε αισθήματος αυτού που αποκαλούμε παράδοση, το διαρκές παρόν της πρωτόγονης συνείδησης διασαλεύονται από την ανάδυση της ατομικότητας που επιθυμεί να διαφέρει, να δημιουργήσει το χρόνο της και να δηλώνει σε συλλογικό επίπεδο τη διαφορετική της χρονική αίσθηση. (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 377-380, 1997)
  2. που δεν επηρεάζεται από τον πολιτισμό Βικιλεξικό
    • λοστοί, ρασκέτες, φτυάρια περνοῦν ἀπό χέρι σέ χέρι μέ ἀστραπιαία βία καί χειρίζονται μέ πεῖρα καί γρηγοράδα, ἐνῷ ἄγριες σάν πολεμικές ἰαχές, σχεδόν πρωτόγονες, ἀκούγονται ν'ανεβαίνουν ἀπό τή γραδελάδα στήν κουβέρτα. (Κωνσταντίνος Χαρ. Κουλιανός, Υγρά Κύθηρα (διηγήματα), εκδ. Μαυρίδη, 2008, σελ. 182)
  3. μειωτικόπου δε συμβαδίζει με τον πολιτισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτόγονος < αρχαία ελληνική πρωτόγονος < πρῶτος + γόνος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτόγονοςπρωτόγονηπρωτόγονο
Γενικήπρωτόγονουπρωτόγονηςπρωτόγονου
Αιτιατικήπρωτόγονοπρωτόγονηπρωτόγονο
Κλητικήπρωτόγονεπρωτόγονηπρωτόγονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτόγονοιπρωτόγονεςπρωτόγονα
Γενικήπρωτόγονωνπρωτόγονωνπρωτόγονων
Αιτιατικήπρωτόγονουςπρωτόγονεςπρωτόγονα
Κλητικήπρωτόγονοιπρωτόγονεςπρωτόγονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →