Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτόθετος

/proˈto.θe.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία άλλων πραγμάτων, που δεν είναι παράγωγος Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςπου αφορά την αρχική αρίθμηση ενός πολεμικού πλοίου κατά τη διαδικασία ναυπήγησής του Βικιλεξικό
  3. λόγιοπρωτόπλαστος Βικιλεξικό
  4. γραμματικήπρωτότυπος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτόθετος < ελληνιστική κοινή πρωτόθετος < αρχαία ελληνική πρῶτος + τίθημι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτόθετοςπρωτόθετηπρωτόθετο
Γενικήπρωτόθετουπρωτόθετηςπρωτόθετου
Αιτιατικήπρωτόθετοπρωτόθετηπρωτόθετο
Κλητικήπρωτόθετεπρωτόθετηπρωτόθετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτόθετοιπρωτόθετεςπρωτόθετα
Γενικήπρωτόθετωνπρωτόθετωνπρωτόθετων
Αιτιατικήπρωτόθετουςπρωτόθετεςπρωτόθετα
Κλητικήπρωτόθετοιπρωτόθετεςπρωτόθετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →