Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτόκλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που κλήθηκε πρώτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτόκλητος < πρωτο- + κλητός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτόκλητοςπρωτόκλητηπρωτόκλητο
Γενικήπρωτόκλητουπρωτόκλητηςπρωτόκλητου
Αιτιατικήπρωτόκλητοπρωτόκλητηπρωτόκλητο
Κλητικήπρωτόκλητεπρωτόκλητηπρωτόκλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτόκλητοιπρωτόκλητεςπρωτόκλητα
Γενικήπρωτόκλητωνπρωτόκλητωνπρωτόκλητων
Αιτιατικήπρωτόκλητουςπρωτόκλητεςπρωτόκλητα
Κλητικήπρωτόκλητοιπρωτόκλητεςπρωτόκλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →