πρωτόλουβος
•
- για καρπούςπου εμφανίζεται πρώτος Βικιλεξικό
- Καλώς μάς ήλθες, άκακο πουλί χαριτωμένο καλώς μάς ήλθες, του Μαρτιού πρωτόλουβο λουλούδι!
- για ανθρώπουςπου εμφανίζεται πρώτος Βικιλεξικό
- Σ' εμένα ο Μήτρος μια βολά, σ' εμένα ο υιός του Νότη. Το γιαταγάνι ετρόχησε, πρωτόλουβος λεβέντης, Κ ' ερρίχτηκε στον πόλεμο ψηλά ανεμίζοντάς το. Και νικητής σαν έγυρε σ' εμένα πάλιν ήρθε (Κωνσταντίνος Δ. Κρυστάλλης, Έργα: ποιήματα και πεζά, 1912, σελ. 100)
- Όλες οι αίσθησες, οι πέντε γνώριμες στον πρωτόλουβο άνθρωπο κι οι νιες, που τώρα φανερώνονται με το ξετύλιμα του είδους, όλες έχασκαν ν’ αποθηκέψουν στην ψυχή κάθε φανερό και κρυφό, για να κάμουν την αμβροσία της (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η Σμυρνιά, 1894)
Ετυμολογία
πρωτόλουβος < πρωτό- + λουβ(ί) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτόλουβος | πρωτόλουβη | πρωτόλουβο |
| Γενική | πρωτόλουβου | πρωτόλουβης | πρωτόλουβου |
| Αιτιατική | πρωτόλουβο | πρωτόλουβη | πρωτόλουβο |
| Κλητική | πρωτόλουβε | πρωτόλουβη | πρωτόλουβο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτόλουβοι | πρωτόλουβες | πρωτόλουβα |
| Γενική | πρωτόλουβων | πρωτόλουβων | πρωτόλουβων |
| Αιτιατική | πρωτόλουβους | πρωτόλουβες | πρωτόλουβα |
| Κλητική | πρωτόλουβοι | πρωτόλουβες | πρωτόλουβα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →