Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρωτότυπος

/pɾoˈto.ti.pos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που λέγεται ή γράφεται για πρώτη φορά κι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό Βικιλεξικό
  2. που δημιουργήθηκε πρώτος και συνιστά τη βάση για όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν Βικιλεξικό
  3. για πρόσωποπου δεν επαναλαμβάνει προηγούμενα πρότυπα, αλλά τα λόγια ή οι πράξεις του χαρακτηρίσζονται από νεωτερισμό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πρωτότυπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτότυπος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική original, συνώνυμο του prototype. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτό- + -τυπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτότυποςπρωτότυπηπρωτότυπο
Γενικήπρωτότυπουπρωτότυπηςπρωτότυπου
Αιτιατικήπρωτότυποπρωτότυπηπρωτότυπο
Κλητικήπρωτότυπεπρωτότυπηπρωτότυπο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρωτότυποιπρωτότυπεςπρωτότυπα
Γενικήπρωτότυπωνπρωτότυπωνπρωτότυπων
Αιτιατικήπρωτότυπουςπρωτότυπεςπρωτότυπα
Κλητικήπρωτότυποιπρωτότυπεςπρωτότυπα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →