πρωτότυπος
•
- που λέγεται ή γράφεται για πρώτη φορά κι εκφράζει κάτι νέο και διαφορετικό Βικιλεξικό
- που δημιουργήθηκε πρώτος και συνιστά τη βάση για όλα τα υπόλοιπα που ακολουθούν Βικιλεξικό
- για πρόσωποπου δεν επαναλαμβάνει προηγούμενα πρότυπα, αλλά τα λόγια ή οι πράξεις του χαρακτηρίσζονται από νεωτερισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πρωτότυπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρωτότυπος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική original, συνώνυμο του prototype. Μορφολογικά αναλύεται σε πρωτό- + -τυπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτότυπος | πρωτότυπη | πρωτότυπο |
| Γενική | πρωτότυπου | πρωτότυπης | πρωτότυπου |
| Αιτιατική | πρωτότυπο | πρωτότυπη | πρωτότυπο |
| Κλητική | πρωτότυπε | πρωτότυπη | πρωτότυπο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πρωτότυποι | πρωτότυπες | πρωτότυπα |
| Γενική | πρωτότυπων | πρωτότυπων | πρωτότυπων |
| Αιτιατική | πρωτότυπους | πρωτότυπες | πρωτότυπα |
| Κλητική | πρωτότυποι | πρωτότυπες | πρωτότυπα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →